WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
devastating attack n (attack causing large-scale damage)καταστροφική επίθεση επίθ + ουσ θηλ
  τρομερή επίθεση, τρομακτική επίθεση επίθ + ουσ θηλ
 In the war, Dresden suffered a devastating attack by fire-bombing.
devastating attack n figurative (severe verbal criticism) (μεταφορικά)τρομερή επίθεση, τρομακτική επίθεση επίθ + ουσ θηλ
  πολύ έντονη επίθεση φρ ως ουσ θηλ
  δρυμεία επίθεση επίθ + ουσ θηλ
 He launched a devastating attack on her morals, leaving her in tears.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση devastating attack στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «devastating attack».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!